Κείμενο του πυρήνα της ΟΕ Καρδιο-Ογκολογίας ΕΚΕ με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα επιζώντων ασθενών με καρκίνο (7.6.2026)

 

Η διαρκής πρόοδος της ογκολογικής θεραπευτικής έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της επιβίωσης των ασθενών με κακοήθη νοσήματα, διαμορφώνοντας έναν συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό επιζώντων καρκίνου (cancer survivors) με ανάγκη μακροχρόνιας, δομημένης και διεπιστημονικής παρακολούθησης. Παράλληλα, οι όψιμες καρδιαγγειακές επιπλοκές των αντικαρκινικών θεραπειών αναδεικνύονται ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της σύγχρονης κλινικής πράξης. Η μακροχρόνια καρδιοτοξικότητα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας, αλλά περιλαμβάνει ευρύ φάσμα καρδιαγγειακών εκδηλώσεων, όπως στεφανιαία νόσο, βαλβιδοπάθειες, αρρυθμίες, θρομβοεμβολικά επεισόδια και περικαρδιακή νόσο, οι οποίες δύνανται να εμφανισθούν ακόμη και δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση της αντικαρκινικής θεραπείας.

Οι ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου περιλαμβάνουν κυρίως τους επιζώντες παιδικού και εφηβικού καρκίνου, τους ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε ανθρακυκλίνες ή ακτινοθεραπεία θώρακος, ιδιαιτέρως όταν η αθροιστική δόση των ανθρακυκλινών είναι > 300mg/m2 , τις γυναίκες με HER2-θετικό καρκίνο μαστού που έλαβαν anti-HER 2 θεραπεία  μετά από θεραπεία με ανθρακυκλίνες, καθώς και ασθενείς με συνυπάρχοντες καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, όπως αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, δυσλιπιδαιμία, παχυσαρκία και κάπνισμα.

Η Childhood Cancer Survivor Study ανέδειξε ότι οι επιζώντες παιδικού καρκίνου εμφανίζουν έως και δεκαπενταπλάσιο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιακής ανεπάρκειας συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό, ενώ σημαντικά αυξημένος παραμένει και ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου, βαλβιδοπαθειών και αρρυθμιών πολλά έτη μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Αντίστοιχα, οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία μεσοθωρακίου εμφανίζουν αυξημένη επίπτωση πρόωρης στεφανιαίας νόσου  και μετακτινικής βαλβιδικής νόσου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό των καρδιαγγειακών αυτών επιπλοκών εξελίσσεται σιωπηλά επί μακρόν. Υποκλινική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, επιταχυνόμενη αθηροσκλήρωση και προοδευτική βαλβιδική βλάβη ενδέχεται να παραμένουν αδιάγνωστες έως την εμφάνιση προχωρημένης καρδιαγγειακής νόσου. Η πραγματικότητα αυτή επιβάλλει ουσιαστική μεταβολή της κλινικής προσέγγισης. Ο επιζών καρκίνου δεν αποτελεί πλέον έναν ασθενή που απλώς ολοκλήρωσε επιτυχώς τη θεραπεία του, αλλά έναν ασθενή με ιδιαίτερο, δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας για την καρδιο-ογκολογία  ( 2022 ESC Guidelines on cardio-oncology ) υπογραμμίζουν ότι οι επιζώντες υψηλού κινδύνου πρέπει να εντάσσονται σε οργανωμένα προγράμματα μακροχρόνιας καρδιολογικής επιτήρησης. Το υπερηχογράφημα καρδιάς με εκτίμηση της μυοκαρδιακής παραμόρφωσης (global longitudinal strain – GLS) αποτελεί βασικό εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση υποκλινικής μυοκαρδιακής δυσλειτουργίας, ενώ βιοδείκτες όπως η τροπονίνη και το NT-proBNP συμβάλλουν στην αναγνώριση πρώιμης μυοκαρδιακής βλάβης. Σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε ακτινοθεραπεία θώρακος απαιτείται επιπλέον συστηματική διερεύνηση για στεφανιαία νόσο με αναίμακτες δοκιμασίες ισχαιμίας, όπως δοκιμασία κόπωσης, stress echocardiography σπινθηρογράφημα μυοκαρδιακής αιμάτωσης ή αξονική στεφανιογραφία, καθώς και περιοδική αξιολόγηση της ανατομίας και λειτουργικότητας των καρδιακών βαλβίδων.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες, η καρδιαγγειακή παρακολούθηση των επιζώντων καρκίνου πρέπει να εξατομικεύεται με βάση το είδος της αντικαρκινικής θεραπείας που έλαβαν και το συνολικό καρδιοαγγειακό προφίλ κινδύνου. Κατά το πρώτο έτος μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας συνιστάται στενή κλινική και υπερηχοκαρδιογραφική επιτήρηση. Σε ασθενείς υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου προτείνεται επανεκτίμηση στους 3, 6 και 12 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, με κλινική αξιολόγηση, ηλεκτροκαρδιογράφημα, βιοδείκτες και υπερηχοκαρδιογράφημα με GLS όπου ενδείκνυται.

Μετά το πρώτο έτος, οι ασθενείς υψηλού κινδύνου θα πρέπει να παρακολουθούνται εφ’ όρου ζωής, με καρδιολογική εκτίμηση ανά 1–2 έτη, ενώ στους ασθενείς μετρίου κινδύνου προτείνεται επανέλεγχος ανά 3–5 έτη. Ιδιαίτερα για τους επιζώντες που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία θώρακος, συνιστάται έλεγχος για στεφανιαία νόσο και βαλβιδική καρδιοπάθεια αρχικά 5 έτη μετά την έκθεση και στη συνέχεια ανά 5 έτη, ακόμη και επί απουσίας συμπτωμάτων. Οι επιζώντες παιδικού και εφηβικού καρκίνου που έχουν εκτεθεί σε ανθρακυκλίνες απαιτούν επίσης δια βίου παρακολούθηση, καθώς ο κίνδυνος καρδιακής δυσλειτουργίας παραμένει αυξημένος επί δεκαετίες.

Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίδεται στην αυστηρή τροποποίηση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου και στην υιοθέτηση υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων. Η διακοπή του καπνίσματος, η συστηματική σωματική άσκηση, η μεσογειακού τύπου διατροφή, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και η αποτελεσματική ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη και της δυσλιπιδαιμίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης φροντίδας  επιζώντων (survivorship care).

Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική  αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης, καθώς η υπέρταση αποτελεί μία από τις συχνότερες και κλινικά σημαντικότερες καρδιαγγειακές εκδηλώσεις στους επιζώντες καρκίνου. Η St. Jude Lifetime Cohort Study (SJLIFE) κατέδειξε υψηλή επίπτωση αρτηριακής υπέρτασης και πρώιμης αγγειακής βλάβης στους μακροχρόνια επιζώντες παιδικού καρκίνου, υπογραμμίζοντας τη σημασία  της συστηματικής παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης.

Παρά την πρόοδο της γνώσης και την ύπαρξη σαφών κατευθυντηρίων οδηγιών, σημαντικό ποσοστό survivors εξακολουθεί να παραμένει εκτός συστηματικής παρακολούθησης. Η περιορισμένη εκπαίδευση στην καρδιο-ογκολογία, η μη επαρκής  ανάπτυξη  εξειδικευμένων ιατρείων όψιμων επιδράσεων (late effect clinics) και η αποσπασματική συνεργασία μεταξύ ογκολόγων και καρδιολόγων δημιουργούν ουσιαστικά κενά στη φροντίδα αυτών των ασθενών. Πολλοί θεραπευθέντες ογκολογικοί ασθενείς απομακρύνονται από τη μακροχρόνια επιτήρηση λίγα μόλις χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, παρά το γεγονός ότι οι καρδιαγγειακές επιπλοκές συχνά εξυφαίνονται  δεκαετίες αργότερα.

Η σύγχρονη φροντίδα των επιζησάντων ογκολογικών ασθενών απαιτεί πλέον υψηλό επίπεδο εγρήγορσης, κλινικής ευαισθητοποίησης και ουσιαστικής διεπιστημονικής συνεργασίας. Η ανάπτυξη οργανωμένων ιατρείων όψιμων επιδράσεων  και η εφαρμογή εξατομικευμένων προγραμμάτων συστηματικής καρδιαγγειακής παρακολούθησης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε η επιτυχία της αντικαρκινικής θεραπείας να συνοδεύεται όχι μόνο από παράταση της επιβίωσης, αλλά και από ουσιαστική διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων που κατάφεραν να νικήσουν  τον καρκίνο.

 

Εκ μέρους της ΟΕ Καρδιο-Ογκολογίας της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας

Η πρόεδρος

Έλενα-Διοτίμα Μιχαλοπούλου

Η αντιπρόεδρος Έλενα Αγγελοπούλου

Τα μέλη του πυρήνα

Δωροθέα Τσεκούρα, Πέγκυ Κωστάκου ,Σωτήρης Καλιαμπάκος