Στεφανιαία Νόσος
H στεφανιαία νόσος αποτελεί μέγιστο και πολύπλευρο πρόβλημα υγείας και όχι μόνο, μιας και είναι η πρώτη αιτία θανάτου στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Το 2001 ήταν η αιτία για το 1/3 των θανάτων στον κόσμο. Με τη ραγδαία αύξηση του αριθμού των ατόμων που πάσχουν από καρδιαγγειακά νοσήματα, εκτιμάται ότι το 2020 αυτά θα ευθύνονται για τον θάνατο σχεδόν 25 εκατομμύρια ατόμων παγκοσμίως.
Το καρδιακό επεισόδιο (ή καλύτερα «οξύ στεφανιαίο σύνδρομο») συχνά είναι μια τρομακτική εμπειρία. Αν το έχετε ήδη βιώσει ή βρίσκεστε κοντά σε κάποιον που το εμφάνισε, να ξέρετε ότι δεν είστε μόνοι. Θα βρείτε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να σας το βεβαιώσουν.
Διαβάζοντας τα παρακάτω, θα μπορέσετε να καταλάβετε καλύτερα τι σας συνέβη αλλά και πώς θα κερδίσετε μια καλύτερη και υγιέστερη ζωή από εδώ και μπρος.
Τι είναι η στεφανιαία νόσος;
Οι στεφανιαίες αρτηρίες είναι οι αρτηρίες που αιματώνουν τον καρδιακό μυ και τον τροφοδοτούν με τα απαραίτητα συστατικά για τη λειτουργία του. Ο όρος «στεφανιαία νόσος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη στένωση αυτών των αρτηριών, η οποία προκαλείται από τη συσσώρευση αθηρωματικού υλικού στον αυλό τους. Εξαιτίας της στενώσεως, ο καρδιακός μυς δεν τροφοδοτείται επαρκώς με αίμα –ιδιαίτερα σε καταστάσεις που αυτός έχει αυξημένες ανάγκες- και έτσι προκαλείται η «μυοκαρδιακή ισχαιμία».

Ποιες είναι οι εκδηλώσεις της στεφανιαίας νόσου;
Η περίοδος χωρίς συμπτώματα
Η διαδικασία της αθηροσκλήρωσης δεν προκαλεί συμπτώματα. Ακόμη και σε ασθενείς με σοβαρές στενώσεις των στεφανιαίων αρτηριών μπορεί να μην εμφανίζεται προειδοποιητικό σύμπτωμα.
Η σταθερή στηθάγχη
Εμφάνιση στηθαγχικού πόνου κατά τη διάρκεια σωματικής δραστηριότητας ή έντονου συναισθηματικού stress.
Η ασταθής στηθάγχη
Ο στηθαγχικός πόνος εμφανίζεται σε συνθήκες ηρεμίας και αποτελεί πιο επικίνδυνη μορφή της στεφανιαίας νόσου. Απαιτεί άμεση εισαγωγή σε νοσοκομείο για να αποτραπεί η ανάπτυξη εμφράγματος.
Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Νέκρωση μιας περιοχής του καρδιακού μυός. Εκδηλώνεται με τυπική στηθάγχη που διαρκεί περισσότερο από 30 λεπτά και δεν υποχωρεί με την ανάπαυση.
Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
Αποτελεί την πλέον δραματική εκδήλωση από όλο το κλινικό φάσμα της στεφανιαίας νόσου.
Σε τι οφείλεται το έμφραγμα;
Ο καρδιακός μυς, όπως και κάθε άλλος ιστός στο ανθρώπινο σώμα, χρειάζεται οξυγόνο για να ζήσει. Το έμφραγμα προκύπτει όταν η ροή του αίματος, η οποία και τροφοδοτεί την καρδιά με το απαραίτητο οξυγόνο, μειωθεί σοβαρά ή διακοπεί πλήρως. Αυτό συμβαίνει όταν τα στεφανιαία αγγεία τα οποία και είναι υπεύθυνα για την αιμάτωση του μυοκαρδίου, σταδιακά εμφανίσουν στενώσεις σαν αποτέλεσμα της συνάθροισης χοληστερόλης και άλλων ουσιών στο τοίχωμα τους, οργανώνοντας έτσι τις λεγόμενες αθηρωματικές πλάκες. Η αργή αυτή διαδικασία ονομάζεται αθηρωμάτωση. Όταν μια τέτοια πλάκα ραγεί, ένας θρόμβος αίματος σχηματίζεται γύρω από την περιοχή της σχάσης. Ο θρόμβος αυτός μπορεί να αποκλείσει τον αυλό του αγγείου και να παρεμποδίσει τη ροή του αίματος. Η επακόλουθη στέρηση του οξυγόνου και των λοιπών συστατικών του αίματος προς τον καρδιακό μυ ονομάζεται ισχαιμία. Όταν τώρα εξαιτίας της ισχαιμίας αυτής επέλθει θάνατος καρδιακών κυττάρων, αυτό ονομάζεται έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η ζημιά που προκλήθηκε στην καρδιά μου από το έμφραγμα είναι μόνιμη;
Όπως προείπαμε, το έμφραγμα του μυοκαρδίου χαρακτηρίζεται από αναστολή της ροής του αίματος προς αυτό με αποτέλεσμα τη βλάβη μιας περιοχής του. Το μέγεθος της ζημιάς καθορίζεται από την έκταση του καρδιακού μυ που τροφοδοτείται από την αποφραγμένη αρτηρία καθώς και από τη διάρκεια της αναστολής της αιματικής ροής. Η επούλωση επέρχεται με το σχηματισμό ουλής πάνω στον καρδιακό μυ. Η διαδικασία της επούλωσης συνήθως διαρκεί κάποιες εβδομάδες, με το διάστημα αυτό να καθορίζεται από το μέγεθος της ζημιάς αλλά και από την ταχύτητα με την οποία προχωρά αυτή η διαδικασία στον καθένα μας ξεχωριστά. Αξίζει να σημειωθεί πως η καρδιά είναι ένα αρκετά ανθεκτικό όργανο. Ακόμα και όταν ένα μέρος της έχει υποστεί σημαντικές ζημιές, η υπόλοιπη συνεχίζει να λειτουργεί και συχνά πολύ αποτελεσματικά μάλιστα. Καθώς όμως ένα τμήμα της έχει καταστραφεί, μπορεί ένα μέρος της δύναμης της να έχει χαθεί και σαν αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντλήσει το αίμα τόσο αποτελεσματικά όσο πριν τη βλάβη. Ωστόσο να υπογραμμίσουμε πως με την κατάλληλη θεραπεία, παρακολούθηση και την προσαρμογή των καθημερινών μας συνηθειών, η ζημιά μπορεί να περιοριστεί αλλά και ενδεχόμενη περαιτέρω βλάβη να προληφθεί.


Θα τα καταφέρω να αναρρώσω από το έμφραγμα;
Πιθανότατα ναι. Ο καρδιακός μυς ξεκινά να επουλώνεται σύντομα μετά το έμφραγμα και η διαδικασία αυτή διαρκεί συνήθως περί τις οκτώ εβδομάδες. Στην περιοχή του εμφράγματος αναπτύσσεται ουλώδης ιστός ο οποίος όμως δεν έχει την ικανότητα του υγιούς ιστού για συστολή και άντληση. Αυτό σημαίνει πως η έκταση της ζημιάς καθορίζει το πόσο αποτελεσματικά η καρδιά θα αντλεί το αίμα σε όλο το σώμα μετά το έμφραγμα. Ο βαθμός της έκπτωσης της λειτουργικότητας αυτής είναι ανάλογος της έκτασης αλλά και της εντόπισης της ζημιάς. Οι περισσότεροι επιζώντες μετά από ένα έμφραγμα αποδεικνύονται να πάσχουν από άλλοτε άλλου βαθμού στεφανιαία νόσο και ως προς αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να οδηγηθούν σε σημαντικές αλλαγές του τρόπου ζωής. Αυτό σε συνδυασμό με την ενδεικνυόμενη φαρμακευτική αγωγή θα βοηθήσει στην πρόληψη μελλοντικών επεισοδίων και στη διατήρηση μίας λειτουργικής και παραγωγικής ζωής.
Είναι κάθε θωρακικός πόνος έμφραγμα;
Σε καμία περίπτωση. Ένας θωρακικός πόνος μπορεί να προέχεται και από εξωκαρδιακές πηγές. Ακόμα όμως και αν είναι καρδιακής προέλευσης, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για έμφραγμα a priori. Ένας πολύ κοινός τύπος καρδιακής αιτιολογίας πόνου είναι και η στηθάγχη όπως περιγράφηκε και παραπάνω. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο ενόχλημα το οποίο διαρκεί συνήθως λίγα λεπτά και οφείλεται στην παροδική αδυναμία της αιματικής ροής να καλύψει τις ανάγκες της καρδιάς τη δεδομένη στιγμή (πχ λόγω αυξημένου καρδιακού έργου και άρα αναγκών). Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ στηθαγχικού επεισοδίου και του εμφράγματος έγκειται στο ότι το πρώτο δεν προκαλεί μόνιμη βλάβη στο μυοκάρδιο. Συχνά ένα τέτοιο επεισόδιο εκλύεται κατά τη διάρκεια σωματικής άσκησης ή συναισθηματικού στρες οπότε η καρδιακή συχνότητα και η αρτηριακή πίεση αυξάνονται με αποτέλεσμα την αύξηση και του καρδιακού έργου και άρα και των αναγκών της καρδιάς σε οξυγόνο, οι οποίες όμως –άλλοτε για άλλους και συχνά εξωκαρδιακούς λόγους-δεν μπορούν να καλυφθούν.
Υπάρχει θεραπεία;
Με τη συνεχή πρόοδο της σύγχρονης καρδιολογία, η στεφανιαία νόσος είναι μια κατάσταση εν πολλοίς αντιμετωπίσιμη αν όχι θεραπεύσιμη. Στο επίπεδο των φαρμάκων συνεχώς νέες ουσίες προστίθενται στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των καρδιολόγων, ουσίες που βελτιώνουν σημαντικά τα συμπτώματα των ασθενών αλλά και το σημαντικότερο, παρατείνουν και την επιβίωσή τους. Ακόμα όμως πιο εντυπωσιακή είναι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην επεμβατική καρδιολογία η οποία με την αγγειοπλαστική των στεφανιαίων αρτηριών και τη χρήση των πλέον σύγχρονων μπαλονιών και μεταλλικών ελασμάτων (stents), μπορεί να αντιμετωπίσει τη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών που δεν αντιμετωπίζονται φαρμακευτικά,. Για όσους η φαρμακευτική αγωγή και η αγγειοπλαστική δεν είναι αρκετές για τη θεραπεία της στεφανιαίας νόσου, η αορτοστεφανιαία παράκαμψη, το γνωστό σε όλους by-pass, παραμένει μια εξαιρετική και ριζική θεραπευτική επιλογή, χωρίς άξιες λόγου επιπλοκές.
Γενικά η στεφανιαία νόσος είναι μία ύπουλη πάθηση που απαιτεί συνεχή ευαισθητοποίηση και εγρήγορση τόσο από την πλευρά του πάσχοντος, όσο και από την πλευρά του θεράποντος ιατρού. Η νόσος δεν προειδοποιεί πάντα, συνήθως εκδηλώνεται αιφνίδια και είναι δυνητικά θανατηφόρα. Επιβεβαίωση αυτής της συμπεριφοράς της νόσου είναι ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, στο 25% των περιπτώσεων αφορά ασθενείς χωρίς προηγούμενα συμπτώματα. Επομένως, πρωταρχικής σημασίας είναι η εντόπιση των ατόμων που, έστω και χωρίς εκδήλωση συμπτωμάτων, έχουν πολλούς επιβαρυντικούς παράγοντες για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου. Στους ασθενείς αυτούς η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου (πρωτογενής πρόληψη), είτε με υγιεινό τρόπο ζωής, είτε με φαρμακευτική υποστήριξη είναι το σημαντικότερο μέτρο που μπορεί δυνητικά να τροποποιήσει την φυσική πορεία της νόσου και να περιορίσει στο μέτρο του εφικτού τις δραματικές συνέπειές της.

