Νέες κατευθυντήριες οδηγίες εστιάζουν στις κοιλιακές αρρυθμίες και στην πρόληψη του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου


Το American College of Cardiology, μαζί με την American Heart Association και την Heart Rhythm Society, δημοσίευσαν νέες οδηγίες για την αντιμετώπιση ενηλίκων ασθενών με κοιλιακές αρρυθμίες (ΚΑ) ή με κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου. Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες αντικαθιστούν τις οδηγίες του 2006 για τη διαχείριση ασθενών με ΚΑ και την πρόληψη αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και παρέχουν συστάσεις για τη γενική αξιολόγηση των ασθενών με τεκμηριωμένη ή ύποπτη ΚΑ.

 

Συνολικά, οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες παρέχουν συστάσεις σχετικά με τη γενική αξιολόγηση των ασθενών με τεκμηριωμένη ή ύποπτη ΚΑ, φαρμακευτική αγωγή, θεραπείες και πρόληψη της ΚΑ, άμεση αντιμετώπιση συγκεκριμένων ΚΑ, και ΚΑ στη δομικά φυσιολογική καρδιά. Παρέχουν επίσης καθοδήγηση σχετικά με την ΚΑ και τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο που σχετίζεται με συγκεκριμένους πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων των αθλητών, των εγκύων, των ηλικιωμένων ασθενών με συνοσηρότητες, των ασθενών με βαλβιδοπάθειες και των ασθενών με συγγενείς καρδιοπάθειες,

 

Οι συστάσεις για τη χρήση εμφυτεύσιμων καρδιακών απινιδωτών (ICD) σε ασθενείς με συσκευές υποβοήθησης της αριστερής κοιλίας, τη χρήση υποδόριων ICD και το ρόλο της κατάλυσης (ablation) στις κοιλιακές αρρυθμίες παρέχονται επίσης στις νέες κατευθυντήριες οδηγίες.

 

Η τρέχουσα διαχείριση των ΚΑ και του κινδύνου αιφνιδίου καρδιακού θανάτου που σχετίζεται με συγκεκριμένες ασθένειες καλύπτονται επίσης από τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες. Για παράδειγμα, συμπεριλαμβάνονται πολύ απαραίτητες οδηγίες σχετικά με τη χρήση των ICD σε ασθενείς με μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια (NICM). Η μελέτη DANISH είχε θέσει ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της πρωτογενούς πρόληψης του ICD σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Σε γενικές γραμμές, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι είναι «επιτακτική ανάγκη» για όλους τους ασθενείς με NICM να είναι σε βέλτιστη αντιμετώπιση και θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια για τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την τοποθέτηση ICD για πρωτογενή πρόληψη.

 

Άλλα σημαντικά σημεία περιλαμβάνουν διάφορες συστάσεις για γενετική συμβουλευτική και γενετικές εξετάσεις που συμβάλλουν στην εξατομίκευση της κλινικής πρακτικής. Οι κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν επίσης τη σημασία μιας κοινής προσέγγισης στη λήψη αποφάσεων θεραπείας που λαμβάνουν υπόψη τους στόχους, τις προτιμήσεις και τις αξίες του ασθενούς. Για τους ICD, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τον ατομικό κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και μη αιφνίδιου θανάτου από καρδιακή ανεπάρκεια ή μη καρδιακή νόσο και την αποτελεσματικότητα και τις πιθανές επιπλοκές τoy ICD. Σε ασθενείς που πλησιάζουν στο τέλος της ζωής τους με άλλες ασθένειες, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να συζητήσουν την απενεργοποίησητων εκφορτήσεων του ICD καθώς αναθεωρούν τους στόχους και τις προτιμήσεις των ασθενών.

 

Για πρώτη φορά, αυτές οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνουν επίσης ένα τμήμα σχετικά με τις εκτιμήσεις κόστους και αξίας, οι οποίες σχετίζονται ιδίως με τη δύναμη των δεδομένων για τους ICD και της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας. Για παράδειγμα, ο διαδερμικος ICD παρέχει υψηλής αξίας πρωτογενή πρόληψη αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, ιδιαίτερα όταν ο κίνδυνος θανάτου ενός ασθενούς λόγω ΚΑ θεωρείται υψηλός και ο κίνδυνος μη αρρυθμιολογικού θανάτου (καρδιακός ή μη καρδιακός ) θεωρείται χαμηλός. Αντίστοιχα συνιστάται η τοποθέτηση ενδοφλέβιου ICD για την παροχή ενδιάμεσης αξίας στη δευτερογενή πρόληψη του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου.

 

http://www.onlinejacc.org/content/early/2017/10/19/j.jacc.2017.10.054?_ga=2.41326112.329897714.1513512144-293539922.1513512144